介词
词源
来自古希臘語 κᾰτά (kătá)。
释义
反,反对
+ 屬格Έγινε έγκλημα κατά της Ελλάδας!
罪行正在全希臘發生!
向
+ 賓格Το δωμάτιο βλέπει κατά την ανατολή.
房間朝東。
在……期間
+ 賓格κατά τη διάρκεια του ταξιδιού
旅途期間
大约
+ 賓格Θα έρθω κατά τις έξι το απόγευμα.
我會在晚上六點左右到。
根据
+ 賓格κατά τον Γιώργο ...
根据喬治……
近义词(2)
εναντίον enantíonσύμφωνα με sýmfona me
反义词(1)
υπέρ ypér
派生词(13)
κατα- kata-ανάκατα anákataκαθ’ εκάστην kath’ ekástin 純正希臘語καθέκαστα kathékastaκατ΄ αποκοπήνκατά βάση katá vásiκατά κόσμον katá kósmonκατά μέτωπον katá métoponκατά πως katá posκατά τη διάρκεια katá ti diárkeiaκατεξοχήν katexochínτο κατά δύναμιν to katá dýnaminτο κατά δύναμη to katá dýnamin